Μοναξιά

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ:  Natassa Koumpouni
0.0/5 | 0


Τη λέγανε Μαρίνα κι αγαπούσε τις κούκλες της, τα ανθρώπινα πλάσματα, μα κάπως περισσότερο από τα υπόλοιπα τη γιαγιά και το μπαμπά της. Αγαπούσε τη θάλασσα και τα Αυγουστιάτικα φεγγάρια, τα χαμόγελα και τα ειλικρινή λόγια. Μα πιότερο, λάτρευε τη μέρα. Την κάθε μέρα πού έρχονταν για να φέρει, να προσφέρει τα υπάρχοντά της. Η Μαρίνα ανάπνεε όλα τα δώρα της μέρας και μετά τα μοίραζε. Ανάλογα την ανάγκη, την υπομονή, τις αντοχές του καθενός. 'Ηξερε πώς τα δώρα, δεν μπορούν ποτέ να είναι για έναν. Ήταν φορές πού δεν καταλάβαινε την εμμονή των ανθρώπων στο να κρατάνε με μανία, πράγματα. Να δίνουν αξία σε όλα αυτά πού τελικά, θα μείνουν πίσω από τα πλάσματα. Μοναχικά κούτσουρα.. Γιατί; Πώς μετράς την αγάπη; Τον πόνο; Τη χαρά; Την απογοήτευση; Πώς μετράς τα χαμένα όνειρα; Με πράγματα; Τα μπορώ, που τελικά έγιναν ίσως. Τα παράπονα, που έγιναν καθημερινότητα. Τι μικρές στιγμές πού χάθηκαν μέσα σε έναν γκρι ουρανό; Πώς μετράς τελικά την αγάπη; Επειδή κυλά σαν το νερό ή επειδή στέκεται σαν το φάρο μέσα στο πέλαγο ακλόνητη; Μα πάλι, είναι η αγάπη πού σε κάνει να κλαις ή κλαίς από αγάπη; Υπάρχει ευκαιρία στο όνειρο; Μπορείς να κλέψεις στιγμές πριν την αυγή; Μπορείς να πεις πώς υπάρχει ακόμη ελπίδα, μέσα στο κάδρο πού επέλεξες να ζήσεις γιατί φοβόσουν να δεις την αλήθεια σου; Μπορείς να αντέξεις μέσα στα σπασμένα κόκκαλα σου; Να κοιτάξεις τις σάρκες σου που κρέμονται μέσα στον καθρέφτη και να ουρλιάξεις... “Είμαι εδώ” “Εδώ, αιμορραγώ, αλλά είμαι ακόμη εδώ”! “Χωρίς πράγματα! Χωρίς μπαγκάζια! Σε ένα ταξίδι με εισητήριο διαρκές”... Την λέγανε Μαρίνα, σαν την μικρή κουκλίτσα της πού λάτρευε περισσότερο από όλες, εκείνη, με τα καστανά ίσια μαλλιά... Εάν ποτέ την δεις, πες ένα γειά, μόνο αυτό, ένα γειά! Μα εάν δεν την δεις ποτέ ξανά, τουλάχιστον θυμήσου... ήσουν κι εσύ εδώ!